Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

ΜΟΝΑΞΙΑ

O πιο πιστός φίλος
Ο πιο δικός
Ο πιο της καρδιάς
Ο πιο οδυνηρός
Ο πιο αμείλικτος
Ο καθρέφτης

Σε ακούει , όταν είστε οι δυο σας,
καταλαβαίνει με την μια,
χωρίς περιττές εξηγήσεις,
χωρίς πολλές περιστροφές
τα πάντα ,
εις βάθος
και ακριβώς.

Δεν σε κρίνει όταν δεν θες ν’ ακούσεις ,
σε κατακεραυνώνει όταν βρει την ευκαιρία,
αλλά είστε οι δυο σας
και συνεννοείστε πάντα.

Ξέρει ακριβώς τι θες
και τα πιο κρυφά
και αυτά που μπορείς να διεκδικήσεις
και αυτά που δεν τόλμησες
και αυτά που θες να βλέπεις από μακριά
και αυτά που σου χρωστάνε
και αυτά που σου λείπουν
αι αυτά που σου έκλεψαν
και αυτά σου στέρησαν
και αυτά που σε πόνεσαν
και αυτά που σε χαροποίησαν
και αυτά που σε έκαναν ευτυχή...

τα ξέρει όλα ………
εις βάθος
και ακριβώς….

Μαζί της δεν χρειάζεται να απολογηθείς
γιατί έκανες αυτό
γιατί δεν τόλμησες το άλλο
γιατί σου ξέφυγε το τρίτο
γιατί δείλιασες
γιατί δεν πάλεψες
γιατί μπορείς
γιατί δεν κατάφερες
γιατί ασχολείσαι
γιατί δεν δίνεις σημασία
γιατί χαλιέσαι
γιατί πονάς
γιατί κλαίς

τα ξέρει όλα ……….
εις βάθος
και ακριβώς…

Σε βλέπει να κλαις
και δεν το βάζει στα πόδια,
σε αφήνει να το κάνεις , να λυτρωθείς,
δεν αναρωτιέται αν προσποιείσαι,
δεν νιώθει ενοχές τότε μόνο,
δεν σε χαϊδεύει τότε μόνο,
δεν σου δίνει το ώμο της να ακουμπήσεις τότε μόνο,
δεν σε κανακεύει να νιώσεις καλύτερα αν φταις,
σε παίρνει αγκαλιά αν η πληγή είναι μεγάλη.

τα ξέρει όλα ……….
εις βάθος
και ακριβώς….

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

ΠΟΝΑΕΙ ΤΟΣΟ!!

Όταν τα μάτια δεν καταφέρνουν να σπινθηρίσουν,
όσο η φλόγα της καρδιάς ...
Όταν τα χείλη δεν μπορούν να ξεδιψάσουν την ψυχή,
που κοντεύει να στερέψει...
Όταν τα χέρια διστάζουν να χαϊδέψουν το κορμί,
που τρέμει, που υποφέρει...
Όταν τα λόγια εμφανίζονται πάλι
τόσο φτωχά και δίσημα...
Όταν οι βουβές υποσχέσεις, για ακόμη μια φορά,
είναι τόσο οδυνηρά αδύνατον να εκπληρωθούν...
Όταν οι φόβοι κινούν ακόμη τις μαριονέττες...
Όταν το μυαλό δεν αφήνει την ψυχή να ονειρευτεί...
Όταν ό,τι κουβαλάμε τόσα χρόνια
δεν μας επιτρέπει να ζήσουμε ό,τι αντέχουμε ...



Όταν η αλλοφροσύνη του νου
ακούγεται πιο δυνατά από το ψιθθύρισμα του έρωτα....

Όταν οι αναμνήσεις αρχίζουν να πρωταγωνιστούν...

Όταν ακούγονται δίπλα μας πια, τα βαριά βήματα της θλίψης...

Όταν κάτι πεθαίνει
ενώ δεν έχει προλάβει ούτε ν' ανασάνει...


Πονάει τόσο!!

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

ΕΙΣΑΙ

Είσαι το δέρμα μου
που ανατριχιάζει
στην ψύχρα της απώλειας!
Είσαι το δάκρυ μου
που τρέχει ασταμάτητα
μπροστά στις Συμπληγάδες !

Σε νιώθω δίπλα μου,
αλλά είσαι αλλού!
Νιώθω την ανάσα σου
να κατρακυλά στον λαιμό μου,
ανοίγω τα μάτια μου...
και είσαι αλλού!

Είσαι η σκέψη που με ταξιδεύει
αλλά με ξυπνά πάντα μακριά σου!
Είσαι ο ανοιχτός ορίζοντας
που δεν έχει όρια, που δεν έχει φραγμούς,
αλλά ούτε προορισμό και τέλος !

Με αγγίζει κάτι
και είναι απλά η θύμησή σου!
Ακούω τα τραγούδια σου
αλλά είναι από πολύ μακριά!

Είσαι η κοινωνία από απόσταση!...
Είσαι το αίσθημα της πληρότητα χωρίς ένα άγγιγμα...
Είσαι η ανάγκη της αυτοεπιβολής
όταν το πάθος με κατακλύζει...
Είσαι το απτό και το απρόσιτο...
Είσαι αυτό που με κάνει να το βάζω στα πόδια
αλλά το μακρυά σου πονάει τόσο πολύ...

Είσαι η φαντασίωση και η άδεια πραγματικότητα
Είσαι η ύπαρξη και η απώλεια...
Είσαι η απόλυτη βεβαιότητα ότι σε έχω
και το απύθμενο κενό του τίποτε...
Είσαι η σταύρωση χωρίς την ανάσταση...

Αφουγκράζομαι κάτι
και είναι πάλι η ηχώ σου.
Σε ψάχνουν τα μάτια μου
και βλέπουν μόνο σκιές φαντασίας.
Σκέφτομαι την μορφή σου
μα την θολώνει η αποσταση.

Είσαι το όνειρο που κάνει το μικρό παιδί
να χαμογελά στον ύπνο του...
Είσαι το όνειρο που κάνει τον έφηβο
να ξυπνά ιδρωμένος...
Είσαι το όνειρο που κάνει την γυναίκα
να ξυπνά ένοχη στην σκέψη μα ευτυχισμένη στην ψυχή...

Αγγίζω το χέρι σου
αλλά γλιστράς μέσα από τα δικά μου χέρια.
Σε ζωγραφίζουν τα δάχτυλά μου
Αλλά …πάνω στην άμμο.

Είσαι μια ατέλειωτη αλληλουχία
συνεχών και γλυκά οδυνηρών υπερβάσεών μου.
Είσαι ένας αγώνας αναζήτησης
των πιο κρυφών μου συγκινήσεων.
Είσαι μια αδιάκοπη ερωτική μάχη
που θες γεύομαι κάθε μέρα
ξανά και ξανά.....

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Από το βιβλίο ''ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ" της Μάρως Βαμβουνάκη

..................................................................................................................
..................................................................................................................
Υπάρχει μέτρο πιο ενδεικτικό για την ζωντάνια ενός έρωτα; Να θες να τον κατακτήσεις ξανά!
Το παθαίνει αυτό κάθε φορά που έχουν κάμποσες μέρες να συναντηθούν. Η απόσταση ωφελεί το πάθος , το τρέφει. Σου επιτρέπει πάλι να ελπίζεις, να ονειρεύεσαι. Το μυστικό του να είσαι ζωντανός είναι να μπορείς να ελπίζεις, και για να μπορείς να ελπίζεις πρέπει να κρατιέσαι σε μια απόσταση απ' την πραγματικότητα μια και η πραγματικότητα σχεδόν ποτέ δεν είναι αυτό που ελπίζεις. Ακόμη κι εκείνον που τον έχεις μάθει πια απ' έξω κι ανακατωτά, κάθε του κύτταρο, κάθε του έκφραση, κάθε του αντίδραση, έτσι κι απομακρυνθείς για ένα διάστημα από κοντά του, το όραμά του αποκαθίσταται λίγο στην θέση του: στην θέση που τον επιθυμείς.
Τίποτε δεν είναι πιο επιπόλαιο από την καρδιά ενός ευαίσθητου ανθρώπου. Ξανά και ξανά κυνηγά τα φαντάσματά της και καμία απογοήτευση δεν καταβάλει την όρεξή της για απόπειρες νέες, την δίψα της να γοητευτεί. Δεν είναι ούτε πρακτικό ούτε απαραίτητο ν' αλλάζει κανείς πρόσωπα, μπορεί να ξεκινά ξανά και ξανά επιχειρήσεις προς το ίδιο πρόσωπο που εμπνέει τον ενθουσιασμό του , διάθεση που τροφοδοτείται σωστά από την απουσία του άλλου. Ο χρόνος και η απόσταση προμηθεύουν στην καρδιά το πιο καταλυτικό υλικό του έρωτα: τις εξαίσιες ψευδαισθήσεις.
Αν οι εραστές γνώριζαν μερικά τεχνικά μυστικά της αγάπης όσο της μηχανής του αυτοκινήτου τους ή του πλυντηρίου τους, θα μπορούσαν να κερδίζουν καταστάσεις ονειρικές, παραστάσεις έξαρσης, ενδιαφέρον πλούσιο, θα μπορούσαν ν' αποφεύγουν την πλήξη και την φθορά που πάντα καιροφυλακτούν πίσω κι απ' τους πιο συνταρακτικούς έρωτες.
Όμως δε γνωρίζουν ή ακόμη χειρότερα, ακόμα κι όταν γνωρίζουν δεν καταφέρνουν να εφαρμόσουν τίποτε. Οι θεωρητικοί της ψυχολογίας , οι ανθρωπολόγοι , οι φιλόσοφοι, στην πράξη της προσωπικής τους ζωής φέρονται όπως οι ανίδεοι. Γιατί η ουσία του έρωτα είναι ανυπόμονη, εγωίστρια, σπασμωδική και ανόητη, ούτε ψυχραιμία ξέρει ούτε κοινό νου. Είναι το θεότυφλο έντομο που κουτουλά και ξανακουτουλά πάνω στον ηλεκτρικό γλόμπο που το καίει και το μαγνητίζει μέχρι που να τσουρουφλιστεί.
..................................................................................................................
...................................................................................................................
Είναι γεμάτη όρεξη να του προσφέρει τα πάντα. Λέει μέσα της και ξαναλέει πως ο σιγουρότερος τρόπος να πάρεις είναι να δώσεις, κι είναι πανέτοιμη για προσφορές. Ξέρει πώς υπάρχει ιδιοτέλεια σ' αυτή την εκδοχή γιατί η προσφορά της δεν είναι αθώα, όμως παραδέχεται πως ο άνθρωπος εύκολα δεν γίνεται να αποκτήσει αυταπάρνηση αγίου και στο κάτω - κάτω αυτό που με τέτοιο τρόπο παίρνεις είναι δίκαια πληρωμένο με το δικό σου τίμημα και μάλιστα προκαταβεβλημένο. Δεν είναι κλεψιά, είναι συναλλαγή , η πιο ευγενική μάλιστα απ' τις συναλλαγές που οικοδομούν τις σχέσεις μας. Η λέξη συναλλαγή, ιδίως στην αγάπη, βεβαίως την απωθεί, θέλει όμως να είναι προσγειωμένη, ώρες - ώρες τουλάχιστον. Τελικά όλα μια συναλλαγή υποκρύπτουν, ας το παραδεχτούμε κι ας μην υποκρινόμαστε. Όταν κάτι δίνεις, κάτι παίρνεις, την αυτοϊκανοποίηση έστω πως είσαι γενναιόδωρη, τον αυτοθαυμασμό πως είσαι μεγαλόψυχη! Δεν είναι παρά ανταμοιβές κι αυτά και πολύ ηδονικές μάλιστα!
....................................................................................................................
....................................................................................................................
Λαχταρά να έχει επιτέλους ένα χώρο όπου να αισθάνεται μοναδικός. Κι η κοπέλα του δεν του τον παρέχει. Ίσως γιατί γνωρίζονται από παλιά, ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά τη ζωή του και τις αντιδράσεις του, είναι παρατηρητική , έξυπνη και ντόμπρα, κι η εικόνα που έχει για εκείνον είναι μια εικόνα που αυτός θέλει να ξεχάσει γιατί δεν είναι η εικόνα που θέλει να της δίνει. Δεν ήξερε ακριβώς την εικόνα που θα επιθυμούσε να της παρουσιάζει, όμως σίγουρα όχι αυτή που ο καιρός και η οικειότητα της ιχνογράφησαν. Αντανακλά μετά και στα μάτια του σαν καθρέπτης που δεν τον κολακεύει ιδιαίτερα. Δεν μπορεί να την ξεγελάσει στα σημεία που θα ‘θελε άλλωστε. Επιθυμεί να τον γνωρίζει καλά, όπως επιθυμεί να μην τον γνωρίζει καλά ώστε να του αφήνει περιθώρια να δίνει παραστάσεις μπροστά της και παρά πέρα μπροστά στον ίδιο του τον εαυτό, πράγμα που τόσο χρειάζεται , ιδίως τον τελευταίο καιρό . Τον τελευταίο καιρό έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι ωραιότερο, σε μια φαντασίωση έστω, δε θέλει εύκολα να παραδεχτεί πως τούτη η φτηνή , ηλίθια πραγματικότητα της καθημερινότητάς του είναι η τελική του μοίρα , η μόνη. Τα όριά του δεν μπορεί να εξαντλήθηκαν. Πρέπει πάλι να ερεθιστούν οι δυνατότητές του , με ψέματα έστω. Χρειάζεται όμως έναν εύπιστο μάρτυρα στις σκηνές που θέλει να σκηνοθετεί και η κοπέλα του δεν του κάνει τη χάρη.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ)

Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα, μόνος, στον Παράδεισο


Ι


Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.


II


Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια,
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά,
οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά.
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο.
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες.
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ.
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά.
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.


III


Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
να μπαίνω σαν Πανσέληνος
από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια.
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε.
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα,
πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε».
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο.
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο.
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά.
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά.
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει.
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο,
τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά.
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική,
καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου.
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι,
επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς?
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για σένα και για μένα.


IV


Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς?
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς?
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς,
μαχαίρι!
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς?
Είμ' εγώ, μ' ακούς?
Σ' αγαπώ, μ'ακούς?
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς?
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς,
σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς?
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες,
θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι.
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς?
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς,
των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει.
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς,
τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς?
Όπου κάποτε οι φιγούρες
των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς?
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς?
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς?
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς,
της αγάπης
μια για πάντα το κόψαμε
και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς?
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς?
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς,
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς?
Μες στη μέση της θάλασσας
από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς?
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει –ακούς?;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς?
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς?
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς?


V


Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου.
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο,
αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά.
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού.
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό,
τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο,
μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη.
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή.
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει,
τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο,
για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια.
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο.
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.


VI


Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη.
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα.
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά της θάλασσας.
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί.
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!


VII


Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ,
να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.